πρόσθεν

πρόσθεν
πρόσθεν, and in Poets [full] πρόσθε, also in [dialect] Ion. Prose (Hdt.1.11, al., cf. ἐπίπροσθε); [dialect] Dor. and [dialect] Aeol. [full] πρόσθα A.D.Adv.153.20, E.M.424.12 (in elision πρόσθ', Alcm.73, Sapph.Supp.1.5); [dialect] Dor. also [full] πρόθεν (cf. ὄπιθεν), Greg.Cor.p.222S.: Adv.
A as Prep. with gen.:
I of Place or Space, before,

στῆ πρόσθ' αὐτοῖο Il.5.170

;

πεζὸς πρόσθ' ἵππων 13.385

, cf. 392, etc.;

κατὰ τεύχε' ἔθηκε πρόσθεν Ἀχιλλῆος 19.13

;

π. ποδῶν Od.22.4

, cf. Il.23.877
; ἐκ δὲ τὼ ἀΐξαντε πυλάων π. μαχέσθην before, i.e. outside, 12.145, cf. 9.473;

νῆσος . . π. Σαλαμῖνος τόπων A.Pers.447

; π. Μυρμιδόνων πολεμιζέμεν in front of them, at their head, Il.16.220; ἐν τῷ π. τοῦ στρατεύματος in front of . . , X.Cyr.5.3.52;

εἰς τὸ π. τῶν ὅπλων ἐκαθέζοντο Id.An.3.1.33

;

εἰς τὸ π. τινῶν θεῖναί τι ἐπὶ τὴν γῆν Pl.R.618a

: with collat. notion of defence, [

σάκος] πρόσθε στέρνοιο φέρων Il.7.224

;

στὰς πρόσθεν νέκυος 16.321

; τάων οὔτοι π. ἵσταμαι I defend them not, 4.54: hence, for, on behalf of,

π. φίλων τοκέων ἀλόχων τε καὶ υἱῶν 21.587

, cf. 16.833;

ὅς τε ἑῆς π. πόλιος λαῶν τε πέσῃσιν Od.8.524

.
2 with Verbs of motion,

π. ἕθεν φεύγοντα Il.5.56

, 80, 20.402;

π. δὲ κί' αὐτοῦ 15.307

.
3 metaph.,

οὐδὲν ἐς π. κακῶν E.Hec.961

: of preference,

ἄγειν τινὰ π. τινός Id.Ba.225

;

π. τιθέναι τί τινος Id.Hec.129

(anap.), cf. IG22.1299.58;

αἰσχρὰ π. τοῦ καλοῦ ζητεῖν E.Fr.659.7

.
II of Time, before,

πρόσθ' ἄλλων Il.2.359

, cf.S.Ph.778; τοῖιν δ' ἔγνω π. first of the twain,
Il.13.66, cf. Hes.Th. 746;

ἐμοῦ π. A.Pers.529

;

τοῦ χρόνου π. θανοῦμαι S.Ant.462

;

π. ἑσπέρας X.Cyr.7.5.43

.—The gen. sts. stands before πρόσθεν, Il.4.54, etc., cf. supr. When it seems to be folld. by a dat., this dat. must be connected with the Verb, and πρόσθεν taken as Adv., v. infr. B. 1.1.
B as Adv.:
I of Place or Space, before, in front,

π. λέων ὄπιθεν δὲ δράκων Il.6.181

, Hes.Th.323;

π. δέ οἱ δόρυ τ' ἔσχε καὶ ἀσπίδα Il.5.300

, cf. 315;

π. δέ οἱ ποίησε γαλήνην Od.5.452

;

πρόσθ' ὁρόων θάνατον Il.20.481

; ὁ π. the front rank man, X.Cyr.2.2.8; τὰ π. ib.6.3.2; τὰ π. (sc. σκέλη) the forelegs (of a horse), Id.Eq.1.12;

ἡ χώρα ἡ π. Plb. 3.80.3

; προῆγε εἰς τὸ π. on, forward,
Id.4.66.5;

ἀεὶ τοῦ π. ὀρεγόμενοι Id.3.84.12

: with collat. notion of defence,

π. σάκεα σχέθον Il.4.113

; ἥ τοι π. στᾶσα βέλος ἄμυνεν ib.129.
2 with Verbs of motion, before, in front,

π. ἔφευγε 22.158

;

ἥ οἱ π. ἰοῦσα 20.95

;

π. ἡγεμονεύειν Od.22.400

, 24.155; ἵππους π. βαλεῖν, v. βάλλω A.11.5;
ἐς τὸ πρόσθε παριέναι forward, Hdt.8.89;

πάριτ' εἰς τὸ π. Ar.Ach.43

;

εἰς τὸ π. προΐωμεν Pl.R.437a

, etc.; μηδεμίαν αἰσχύνην π. ποιεῖσθαι allow to stand in the way, Id.Lg.732b.
3 metaph.,

εἰς τὸ π. ἔτι ζητήσαντες Id.Sph.258c

;

τοὺς ὄπισθεν εἰς τὸ π. ἄξομεν S.Aj.1249

.
II of Time, before, formerly, erst,

οὗ καὶ π. ἀρίστη φαίνετο βουλή Il.7.325

, etc.;

οὔποτε π. S.Aj.318

;

οὔπω π. X.An.5.4.18

;

ἔτι π. Pl.Sph.242d

;

σμικρῷ π. Id.Lg.969b

; οἱ π. ἄνδρες the men of old, Il.9.524
;

τοῦ π. Κάδμου τοῦ πάλαι τ' Ἀγήνορος S.OT268

;

ὁ π. γεννηθείς Id.OC375

; ἡ π. the elder, E.Ph.58; of things, οἱ π. πόνοι the former, earlier labours, A.Supp.52 (lyr.);

ἁ π. ἱππεία S.El.504

(lyr.);

ὁ π. λόγος Id.OT851

;

ἡ π. ἡμέρα X.An.2.3.1

, etc.; τὰ π. what was said above, Pl.Phdr.238b; also τὸ π., as Adv., formerly, Il.23.583, Od.4.688; ταὐτὰ τῷ π. the same as before, Pl.Phdr.241b;

τὰ π. A. Ag.19

.
C folld. by a Particle, πρόσθεν, πρὶν . . before . . , mostly with a neg.,

οὐ πρόσθεν . . , πρίν γε . . με ἴδηται Od.17.7

, cf. X.An.1.1.10, Cyr. 1.2.8, etc.; οὐ π. πρὶν ἤ . . ib.1.4.23: without a neg.,

π. πρὶν τυχεῖν Pi.P.2.91

: also

π. ἢ . . S.OT736

, El.82, 1333; ποτιτάσσει . . μὴ π. ἐξελθεῖν ἢ τὰν ματέρα κατακάνῃ Anon.Mythogr. in PSI9.1091.3.
2 sooner, rather, π. ἂν ἀποθάνοιεν ἢ τὰ ὅπλα παραδοίησαν would die sooner than . . , X.An.2.1.10.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • πρόσθεν — before indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσθεν — και δωρ. και αιολ. τ. πρόσθα και δωρ. τ. πρόθεν, πρόθθα και πρόστα Α Α (ως πρόθ. με γενική) Ι. τοπ. 1. μπροστά από κάποιον ή από κάτι (α. «νῆσος... πρόσθε Σαλαμῑνος τόπων», Αισχύλ.) β. «στῆ δὲ πρόσθ αὐτοῑο», Ομ. Ιλ.) 2. για κάποιον ή για κάτι,… …   Dictionary of Greek

  • προσθέν — προστίθημι put to aor part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσθα — πρόσθεν before doric aeolic (indeclform adverb) πρόσθᾱ , πρόσθη fem nom/voc/acc dual πρόσθᾱ , πρόσθη fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πρόσθε — πρόσθεν before ionic (poetic indeclform adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάπροσθεν — (Α) επίρρ. επιγρ. εντελώς μπροστά, κατάμπροστα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + προσθεν (< πρόσθεν «μπροστά»), πρβλ. έμ προσθεν, επί προσθεν] …   Dictionary of Greek

  • Heraclitus — Heraklit in der Gestalt Michelangelos, Detailansicht aus Raphaels Die Schule von Athen (1510–1511), Fresko in der Stanza della Segnatura (Vatikan) Heraklit von Ephesos (griechisch …   Deutsch Wikipedia

  • Herakleitos — Heraklit in der Gestalt Michelangelos, Detailansicht aus Raphaels Die Schule von Athen (1510–1511), Fresko in der Stanza della Segnatura (Vatikan) Heraklit von Ephesos (griechisch …   Deutsch Wikipedia

  • Heraklit von Ephesos — Heraklit in der Gestalt Michelangelos, Detailansicht aus Raphaels Die Schule von Athen (1510–1511), Fresko in der Stanza della Segnatura (Vatikan) Heraklit von Ephesos (griechisch …   Deutsch Wikipedia

  • πριν — ΝΜΑ, πρι Ν, δωρ. τ. πράν και, μόνον μία φορά, πρείν Α 1. (ως επίρρ. με χρον. σημ.) α) σε προγενέστερο χρόνο, σε χρόνο προηγούμενο ορισμένου γεγονότος ή περιστατικού, το οποίο είτε συνέβη είτε πρόκειται να συμβεί, προηγουμένως, πρωτύτερα (α. «δεν… …   Dictionary of Greek

  • Heraklit — in der Gestalt Michelangelos, Detailansicht aus Raphaels Die Schule von Athen (1510–1511), Fresko in der Stanza della Segnatura, Vatikan Heraklit von Ephesos (griechisch Ἡράκλειτος ὁ Ἐφέσιος Herákleitos ho …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”